Οι αγορές του σεξ ακολούθησαν τις αμερικανικές βάσεις από την Κορέα έως την Ταϊλάνδη
Μετά από 286 συνεχόμενες ημέρες στη θάλασσα, ένα από τα μεγαλύτερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, το USS Abraham Lincoln, πραγματοποίησε πενθήμερη στάση στην Pattaya της Ταϊλάνδης, πριν ξεκινήσει το ταξίδι επιστροφής προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 6 Σεπτεμβρίου, το αεροπλανοφόρο, μαζί με σχεδόν 5.000 Αμερικανούς ναύτες, αναχώρησε από την Ταϊλάνδη.
Η ανάπτυξη του πλοίου είχε ήδη προκαλέσει συζητήσεις, καθώς αποτέλεσε μία από τις πλέον παρατεταμένες επιχειρησιακές αναπτύξεις του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού στη θάλασσα, στο πλαίσιο της αμερικανικής πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν.
«Η επίσκεψη στην Pattaya αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για το πλήρωμα να ανακτήσει τις δυνάμεις του και ήταν ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ανάπτυξης της ομάδας κρούσης», δήλωσε ο κυβερνήτης του Abraham Lincoln, Capt. Dan Keeler.
Ωστόσο, η επιλογή της Pattaya και η πενθήμερη παραμονή του αμερικανικού αεροπλανοφόρου απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα από ό,τι συνήθως μια στάση αμερικανικού πολεμικού πλοίου.
Και ο λόγος είναι ότι η Pattaya είναι γνωστή διεθνώς ως ένας από τους μεγαλύτερους προορισμούς του σεξοτουρισμού στη Νοτιοανατολική Ασία.
Αστυνομική επιχείρηση πριν από την άφιξη
Ακόμη και πριν από την άφιξη του USS Abraham Lincoln, οι τοπικές αρχές στην Pattaya είχαν εντείνει τους ελέγχους στην πόλη.
Η αστυνομία πραγματοποίησε νυχτερινή επιχείρηση σε σημεία όπου πραγματοποιείται υπαίθρια πορνεία, κυρίως κατά μήκος της κεντρικής παραλιακής ζώνης, σύμφωνα με δημοσιεύματα ταϊλανδικών μέσων ενημέρωσης.
Η επιχείρηση, ωστόσο, θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό συμβολική.
Η ιστορία της Pattaya, άλλωστε, είναι στενά συνδεδεμένη με την παρουσία Αμερικανών στρατιωτικών στην περιοχή.
Η σύγχρονη ανάπτυξη της βιομηχανίας του σεξ στην πόλη επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, όταν η Pattaya εξελίχθηκε σε δημοφιλή προορισμό «rest and recreation» (R&R) για Αμερικανούς στρατιωτικούς που αναζητούσαν λίγες ημέρες ξεκούρασης μακριά από το μέτωπο.
Σήμερα, αρκετοί κάτοικοι και επιχειρηματίες της πόλης εκτιμούν ότι η άφιξη σχεδόν 5.000 Αμερικανών στρατιωτικών μπορεί να δώσει σημαντική ώθηση στην τοπική οικονομία, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Σύμφωνα με την Bangkok Post, ο δήμαρχος της Pattaya, Poramase Ngampiches, εκτίμησε ότι κάθε Αμερικανός στρατιωτικός θα μπορούσε να δαπανήσει από 1.000 έως 3.000 baht την ημέρα, δηλαδή περίπου 30 έως 90 δολάρια, ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής του στην ξηρά και το εάν θα διανυκτερεύσει στην πόλη.
Με την άφιξη του αεροπλανοφόρου, βίντεο με Αμερικανούς στρατιωτικούς να κινούνται στους δρόμους της νυχτερινής Pattaya άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σε ορισμένα βίντεο εμφανίζονται Αμερικανοί πεζοναύτες να διασκεδάζουν σε μπαρ μαζί με Ταϊλανδές γυναίκες. Η αυθεντικότητα των συγκεκριμένων βίντεο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Η εικόνα, πάντως, αναζωπύρωσε τη συζήτηση σχετικά με τη διαχρονική σχέση μεταξύ των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και των τοπικών αγορών σεξ.
Από την Ινδία του 19ου αιώνα στην Ασία του Ψυχρού Πολέμου
Η σύνδεση στρατιωτικών βάσεων και πορνείας δεν αποτελεί αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο.
Σε όλη την ιστορία, οι στρατιωτικές συγκεντρώσεις δημιούργησαν γύρω τους οικονομίες που περιλάμβαναν υπηρεσίες διασκέδασης, αλκοόλ και σεξ.
Ήδη από τον 18ο αιώνα, στην Ινδία, γύρω από λιμενικές πόλεις που αναπτύχθηκαν υπό την East India Company, όπως η Calcutta, η Bombay και η Madras, αναπτύχθηκαν παράλληλα και αγορές σεξ.
Καθώς ενισχύονταν οι φυλετικές και κοινωνικές προκαταλήψεις της αποικιακής διοίκησης, οι βρετανικές αρχές επιχείρησαν να θέσουν το φαινόμενο υπό αυστηρότερο έλεγχο.
Ο Cantonment Act του 1864 δημιούργησε ένα θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της πορνείας γύρω από τις βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ινδία, επιβάλλοντας μεταξύ άλλων την καταγραφή και τις υγειονομικές εξετάσεις των γυναικών που εργάζονταν ως εκδιδόμενες.
Ανάλογες πολιτικές εφαρμόστηκαν και με τον Contagious Diseases Act του 1868, με στόχο κυρίως τον περιορισμό των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων μεταξύ των Βρετανών στρατιωτών.
Μελέτες ιστορικών, όπως του Stephen Legg, έχουν δείξει ότι η ανάπτυξη αστικών οίκων ανοχής στην αποικιακή Ινδία συνδεόταν σε σημαντικό βαθμό με τις ανάγκες των στρατιωτικών καντονιών.
Οι «comfort women» και η κληρονομιά του ιαπωνικού στρατού
Ένα ακόμη πιο σκοτεινό κεφάλαιο γράφτηκε στην Ανατολική Ασία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός δημιούργησε το σύστημα των λεγόμενων «comfort women», έναν ευφημισμό που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύστημα σεξουαλικής δουλείας.
Κατά την επέκταση της Ιαπωνίας στην Ανατολική Ασία, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες από την Κορέα, την Κίνα, την Okinawa, την αγροτική Ιαπωνία και άλλες περιοχές εξαναγκάστηκαν σε σεξουαλική εκμετάλλευση για τις ανάγκες των ιαπωνικών στρατευμάτων.
Μετά την ήττα της Ιαπωνίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκετές πρώην ιαπωνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Νότια Κορέα πέρασαν στον έλεγχο των αμερικανικών δυνάμεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, γυναίκες που είχαν προηγουμένως ενταχθεί στο σύστημα των ιαπωνικών «comfort stations» οδηγήθηκαν στη συνέχεια στην πορνεία υπό ένα νέο καθεστώς, θεωρητικά χωρίς το στοιχείο της τυπικής κρατικής δουλείας, αλλά συχνά με εξαιρετικά περιορισμένες πραγματικές επιλογές.
Η Νότια Κορέα και τα «camptowns»
Πουθενά, όμως, η σχέση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και βιομηχανίας του σεξ δεν έγινε τόσο έντονη όσο στη Νότια Κορέα.
Γύρω από τις αμερικανικές βάσεις αναπτύχθηκαν τα λεγόμενα «camptowns» — οικιστικές και εμπορικές ζώνες στις οποίες άνθησαν μπαρ, κλαμπ και οίκοι ανοχής.
Ο David Vine, καθηγητής ανθρωπολογίας στο American University στην Ουάσιγκτον και συγγραφέας του βιβλίου «Base Nation: How U.S. Military Bases Abroad Harm America and the World», έχει περιγράψει τα camptowns ως βασικό μέρος ενός εκμεταλλευτικού συστήματος σεξουαλικής βιομηχανίας, το οποίο συνδέθηκε με τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ στρατιωτών και γυναικών.
Οι συγκεκριμένες ζώνες άρχισαν να αναπτύσσονται ήδη από τα πρώτα χρόνια της αμερικανικής παρουσίας στην Κορέα.
Όπως είχε συμβεί προηγουμένως με τους Βρετανούς στην Ινδία, οι αμερικανικές στρατιωτικές αρχές ανησυχούσαν ιδιαίτερα για τη μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων.
Στη μεταπολεμική Κορέα δημιουργήθηκε από την αμερικανική στρατιωτική διοίκηση ένα VD Control Section, το οποίο επέβαλλε τακτικούς ελέγχους και θεραπείες σε γυναίκες που χαρακτηρίζονταν ως «entertaining girls». Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονταν εκδιδόμενες, χορεύτριες, εργαζόμενες σε μπαρ και σερβιτόρες.
Μεταξύ Μαΐου 1947 και Ιουλίου 1948, οι υγειονομικές υπηρεσίες εξέτασαν σχεδόν 15.000 γυναίκες.
Η πορνεία ως εργαλείο οικονομικής και στρατηγικής πολιτικής
Στη Νότια Κορέα, η ανάπτυξη των «comfort stations» για τους Αμερικανούς στρατιώτες δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της δράσης ιδιωτών.
Το ίδιο το νοτιοκορεατικό κράτος φέρεται να διευκόλυνε τη δημιουργία και λειτουργία τους, επιδιώκοντας αφενός να ενισχύσει τη στρατιωτική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αφετέρου να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών.
Πολλές γυναίκες που εργάζονταν στα camptowns έχουν περιγράψει πως χαρακτηρίζονταν «πατριώτισσες», επειδή παρείχαν υπηρεσίες σε Αμερικανούς στρατιώτες και συνέβαλλαν στην εισροή δολαρίων στην οικονομία.
Η διάσταση αυτή έγινε αντικείμενο δικαστικής αναγνώρισης δεκαετίες αργότερα.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, το Ανώτατο Δικαστήριο της Νότιας Κορέας δικαίωσε περισσότερες από 100 γυναίκες που είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, κρίνοντας ότι το κράτος είχε «δικαιολογήσει και ενθαρρύνει» την πορνεία στα camptowns προκειμένου να διατηρήσει τη στρατιωτική συμμαχία με τις ΗΠΑ και να εξασφαλίσει αμερικανικά δολάρια.
Το δικαστήριο αναγνώρισε επίσης τον «συστηματικό και βίαιο» τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αυτές κρατούνταν και υποβάλλονταν σε υποχρεωτικές θεραπείες για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
Έγγραφο της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης του 1961 εκτιμούσε ότι περίπου 10.000 «comfort women» βρίσκονταν στη Seoul, προκειμένου να εξυπηρετούν περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες.
Η οικονομική διάσταση ήταν σημαντική.
Το 1969, οι νοτιοκορεατικές εξαγωγές ανέρχονταν σε περίπου 835 εκατ. δολάρια, ενώ η χώρα φέρεται να εισέπραττε περίπου 160 εκατ. δολάρια από υπηρεσίες προς τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η βιομηχανία του σεξ.
Σεξουαλική βία και κοινωνικές αντιδράσεις
Η σχέση μεταξύ των αμερικανικών στρατευμάτων και των γυναικών στα camptowns δεν περιορίστηκε στην οικονομική εκμετάλλευση.
Αμερικανοί στρατιώτες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για βίαια εγκλήματα κατά γυναικών που εργάζονταν στη βιομηχανία του σεξ.
Σύμφωνα με κατάλογο της νοτιοκορεατικής οργάνωσης Saewoomtuh, μεταξύ 1960 και 2004 Αμερικανοί στρατιώτες καταδικάστηκαν για τον φόνο 11 γυναικών που εργάζονταν ως εκδιδόμενες.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις ήταν εκείνη της Yun Geum-i, η οποία το 1992 βιάστηκε και δολοφονήθηκε βάναυσα από Αμερικανό στρατιώτη.
Η υπόθεση προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις και έντονη κοινωνική αντίδραση στη Νότια Κορέα, ιδιαίτερα στην περιοχή γύρω από το Camp Casey. Ήταν επίσης μία από τις πρώτες περιπτώσεις κατά τις οποίες Αμερικανός στρατιώτης παραδόθηκε στις νοτιοκορεατικές αρχές για έγκλημα εναντίον Κορεάτισσας.
Το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο το 2011, μετά από σειρά καταγγελιών για βιασμούς και άλλα βίαια εγκλήματα που αποδόθηκαν σε Αμερικανούς στρατιώτες.
Από την Okinawa έως τις Φιλιππίνες
Το μοντέλο των camptowns δεν περιορίστηκε στη Νότια Κορέα.
Στην Ιαπωνία, γύρω από αμερικανικές βάσεις όπως η Kadena Air Base και οι εγκαταστάσεις στην περιοχή του Futenma, αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο δίκτυο μπαρ και κλαμπ που απευθύνονταν στους Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Καθώς οι οικονομίες της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας ενισχύονταν, γυναίκες από τις Φιλιππίνες άρχισαν σε πολλές περιπτώσεις να αντικαθιστούν τις ντόπιες εργαζόμενες στη βιομηχανία του σεξ.
Στις Φιλιππίνες, πριν από την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων το 1992, η Olongapo City, δίπλα στη Subic Bay Naval Base, και η Angeles City, κοντά στην Clark Air Base, είχαν εξελιχθεί σε σημαντικά κέντρα της βιομηχανίας του σεξ.
Δεκάδες χιλιάδες γυναίκες εργάζονταν σε μπαρ και κλαμπ κατά μήκος δρόμων όπως η Magsaysay Drive και η Fields Avenue.
Ανάλογες οικονομίες αναπτύχθηκαν και γύρω από αμερικανικές βάσεις στην Ευρώπη, όπως στο Baumholder της Γερμανίας.
Η Pattaya ως σύγχρονο παράδειγμα
Η Pattaya αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σχέσης μεταξύ στρατιωτικής παρουσίας και τουρισμού.
Κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ, η πόλη μετατράπηκε σε βασικό προορισμό R&R για Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Η εισροή χιλιάδων στρατιωτών δημιούργησε τεράστια ζήτηση για ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ, νυχτερινή διασκέδαση και σεξουαλικές υπηρεσίες.
Με την πάροδο των δεκαετιών, το μοντέλο αυτό παγιώθηκε και αποτέλεσε μέρος της οικονομικής και τουριστικής ταυτότητας της πόλης.
Έτσι, η σημερινή εικόνα των Αμερικανών στρατιωτικών να περπατούν στις περιοχές νυχτερινής διασκέδασης της Pattaya δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Εντάσσεται σε ένα ιστορικό μοτίβο που έχει επαναληφθεί σε διαφορετικές χώρες και ηπείρους.
Ένα παγκόσμιο φαινόμενο με αμερικανική ιδιαιτερότητα
Η σύνδεση στρατιωτικών βάσεων με οικονομίες γύρω από το σεξ, το αλκοόλ και τη νυχτερινή διασκέδαση δεν αφορά αποκλειστικά τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Παρόμοια φαινόμενα έχουν εμφανιστεί γύρω από στρατιωτικές βάσεις και φρουρές πολλών χωρών.
Η ιδιαιτερότητα της αμερικανικής περίπτωσης βρίσκεται κυρίως στην κλίμακα και τη διάρκεια της παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για δεκαετίες, δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες έχουν αναπτύσσονται σε ξένες χώρες, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα και μακριά από τις οικογένειές τους.
Η Pattaya, επομένως, δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση.
Η παρουσία του USS Abraham Lincoln και σχεδόν 5.000 Αμερικανών στρατιωτικών απλώς επανέφερε στην επικαιρότητα έναν πολύ παλαιότερο μηχανισμό: την ανάπτυξη ολόκληρων τοπικών οικονομιών γύρω από τις ανάγκες, τις επιθυμίες και την αγοραστική δύναμη των στρατιωτικών βάσεων.
Η πενθήμερη στάση του αμερικανικού αεροπλανοφόρου μπορεί να έληξε στις 6 Σεπτεμβρίου, όταν το USS Abraham Lincoln αναχώρησε από την Ταϊλάνδη.
Η ιστορία, όμως, της σχέσης ανάμεσα στις στρατιωτικές βάσεις, την οικονομία της διασκέδασης και τη βιομηχανία του σεξ παραμένει πολύ μεγαλύτερη — και πολύ πιο σύνθετη — από μια απλή στάση ενός πολεμικού πλοίου στην Pattaya.
www.bankingnews.gr
Στις 6 Σεπτεμβρίου, το αεροπλανοφόρο, μαζί με σχεδόν 5.000 Αμερικανούς ναύτες, αναχώρησε από την Ταϊλάνδη.
Η ανάπτυξη του πλοίου είχε ήδη προκαλέσει συζητήσεις, καθώς αποτέλεσε μία από τις πλέον παρατεταμένες επιχειρησιακές αναπτύξεις του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού στη θάλασσα, στο πλαίσιο της αμερικανικής πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν.
«Η επίσκεψη στην Pattaya αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για το πλήρωμα να ανακτήσει τις δυνάμεις του και ήταν ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ανάπτυξης της ομάδας κρούσης», δήλωσε ο κυβερνήτης του Abraham Lincoln, Capt. Dan Keeler.
Ωστόσο, η επιλογή της Pattaya και η πενθήμερη παραμονή του αμερικανικού αεροπλανοφόρου απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα από ό,τι συνήθως μια στάση αμερικανικού πολεμικού πλοίου.
Και ο λόγος είναι ότι η Pattaya είναι γνωστή διεθνώς ως ένας από τους μεγαλύτερους προορισμούς του σεξοτουρισμού στη Νοτιοανατολική Ασία.
Αστυνομική επιχείρηση πριν από την άφιξη
Ακόμη και πριν από την άφιξη του USS Abraham Lincoln, οι τοπικές αρχές στην Pattaya είχαν εντείνει τους ελέγχους στην πόλη.
Η αστυνομία πραγματοποίησε νυχτερινή επιχείρηση σε σημεία όπου πραγματοποιείται υπαίθρια πορνεία, κυρίως κατά μήκος της κεντρικής παραλιακής ζώνης, σύμφωνα με δημοσιεύματα ταϊλανδικών μέσων ενημέρωσης.
Η επιχείρηση, ωστόσο, θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό συμβολική.
Η ιστορία της Pattaya, άλλωστε, είναι στενά συνδεδεμένη με την παρουσία Αμερικανών στρατιωτικών στην περιοχή.
Η σύγχρονη ανάπτυξη της βιομηχανίας του σεξ στην πόλη επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, όταν η Pattaya εξελίχθηκε σε δημοφιλή προορισμό «rest and recreation» (R&R) για Αμερικανούς στρατιωτικούς που αναζητούσαν λίγες ημέρες ξεκούρασης μακριά από το μέτωπο.
Σήμερα, αρκετοί κάτοικοι και επιχειρηματίες της πόλης εκτιμούν ότι η άφιξη σχεδόν 5.000 Αμερικανών στρατιωτικών μπορεί να δώσει σημαντική ώθηση στην τοπική οικονομία, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Σύμφωνα με την Bangkok Post, ο δήμαρχος της Pattaya, Poramase Ngampiches, εκτίμησε ότι κάθε Αμερικανός στρατιωτικός θα μπορούσε να δαπανήσει από 1.000 έως 3.000 baht την ημέρα, δηλαδή περίπου 30 έως 90 δολάρια, ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής του στην ξηρά και το εάν θα διανυκτερεύσει στην πόλη.
Με την άφιξη του αεροπλανοφόρου, βίντεο με Αμερικανούς στρατιωτικούς να κινούνται στους δρόμους της νυχτερινής Pattaya άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σε ορισμένα βίντεο εμφανίζονται Αμερικανοί πεζοναύτες να διασκεδάζουν σε μπαρ μαζί με Ταϊλανδές γυναίκες. Η αυθεντικότητα των συγκεκριμένων βίντεο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Η εικόνα, πάντως, αναζωπύρωσε τη συζήτηση σχετικά με τη διαχρονική σχέση μεταξύ των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και των τοπικών αγορών σεξ.
Από την Ινδία του 19ου αιώνα στην Ασία του Ψυχρού Πολέμου
Η σύνδεση στρατιωτικών βάσεων και πορνείας δεν αποτελεί αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο.
Σε όλη την ιστορία, οι στρατιωτικές συγκεντρώσεις δημιούργησαν γύρω τους οικονομίες που περιλάμβαναν υπηρεσίες διασκέδασης, αλκοόλ και σεξ.
Ήδη από τον 18ο αιώνα, στην Ινδία, γύρω από λιμενικές πόλεις που αναπτύχθηκαν υπό την East India Company, όπως η Calcutta, η Bombay και η Madras, αναπτύχθηκαν παράλληλα και αγορές σεξ.
Καθώς ενισχύονταν οι φυλετικές και κοινωνικές προκαταλήψεις της αποικιακής διοίκησης, οι βρετανικές αρχές επιχείρησαν να θέσουν το φαινόμενο υπό αυστηρότερο έλεγχο.
Ο Cantonment Act του 1864 δημιούργησε ένα θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της πορνείας γύρω από τις βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ινδία, επιβάλλοντας μεταξύ άλλων την καταγραφή και τις υγειονομικές εξετάσεις των γυναικών που εργάζονταν ως εκδιδόμενες.
Ανάλογες πολιτικές εφαρμόστηκαν και με τον Contagious Diseases Act του 1868, με στόχο κυρίως τον περιορισμό των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων μεταξύ των Βρετανών στρατιωτών.
Μελέτες ιστορικών, όπως του Stephen Legg, έχουν δείξει ότι η ανάπτυξη αστικών οίκων ανοχής στην αποικιακή Ινδία συνδεόταν σε σημαντικό βαθμό με τις ανάγκες των στρατιωτικών καντονιών.
Οι «comfort women» και η κληρονομιά του ιαπωνικού στρατού
Ένα ακόμη πιο σκοτεινό κεφάλαιο γράφτηκε στην Ανατολική Ασία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός δημιούργησε το σύστημα των λεγόμενων «comfort women», έναν ευφημισμό που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύστημα σεξουαλικής δουλείας.
Κατά την επέκταση της Ιαπωνίας στην Ανατολική Ασία, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες από την Κορέα, την Κίνα, την Okinawa, την αγροτική Ιαπωνία και άλλες περιοχές εξαναγκάστηκαν σε σεξουαλική εκμετάλλευση για τις ανάγκες των ιαπωνικών στρατευμάτων.
Μετά την ήττα της Ιαπωνίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκετές πρώην ιαπωνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Νότια Κορέα πέρασαν στον έλεγχο των αμερικανικών δυνάμεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, γυναίκες που είχαν προηγουμένως ενταχθεί στο σύστημα των ιαπωνικών «comfort stations» οδηγήθηκαν στη συνέχεια στην πορνεία υπό ένα νέο καθεστώς, θεωρητικά χωρίς το στοιχείο της τυπικής κρατικής δουλείας, αλλά συχνά με εξαιρετικά περιορισμένες πραγματικές επιλογές.
Η Νότια Κορέα και τα «camptowns»
Πουθενά, όμως, η σχέση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και βιομηχανίας του σεξ δεν έγινε τόσο έντονη όσο στη Νότια Κορέα.
Γύρω από τις αμερικανικές βάσεις αναπτύχθηκαν τα λεγόμενα «camptowns» — οικιστικές και εμπορικές ζώνες στις οποίες άνθησαν μπαρ, κλαμπ και οίκοι ανοχής.
Ο David Vine, καθηγητής ανθρωπολογίας στο American University στην Ουάσιγκτον και συγγραφέας του βιβλίου «Base Nation: How U.S. Military Bases Abroad Harm America and the World», έχει περιγράψει τα camptowns ως βασικό μέρος ενός εκμεταλλευτικού συστήματος σεξουαλικής βιομηχανίας, το οποίο συνδέθηκε με τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ στρατιωτών και γυναικών.
Οι συγκεκριμένες ζώνες άρχισαν να αναπτύσσονται ήδη από τα πρώτα χρόνια της αμερικανικής παρουσίας στην Κορέα.
Όπως είχε συμβεί προηγουμένως με τους Βρετανούς στην Ινδία, οι αμερικανικές στρατιωτικές αρχές ανησυχούσαν ιδιαίτερα για τη μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων.
Στη μεταπολεμική Κορέα δημιουργήθηκε από την αμερικανική στρατιωτική διοίκηση ένα VD Control Section, το οποίο επέβαλλε τακτικούς ελέγχους και θεραπείες σε γυναίκες που χαρακτηρίζονταν ως «entertaining girls». Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονταν εκδιδόμενες, χορεύτριες, εργαζόμενες σε μπαρ και σερβιτόρες.
Μεταξύ Μαΐου 1947 και Ιουλίου 1948, οι υγειονομικές υπηρεσίες εξέτασαν σχεδόν 15.000 γυναίκες.
Η πορνεία ως εργαλείο οικονομικής και στρατηγικής πολιτικής
Στη Νότια Κορέα, η ανάπτυξη των «comfort stations» για τους Αμερικανούς στρατιώτες δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της δράσης ιδιωτών.
Το ίδιο το νοτιοκορεατικό κράτος φέρεται να διευκόλυνε τη δημιουργία και λειτουργία τους, επιδιώκοντας αφενός να ενισχύσει τη στρατιωτική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αφετέρου να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών.
Πολλές γυναίκες που εργάζονταν στα camptowns έχουν περιγράψει πως χαρακτηρίζονταν «πατριώτισσες», επειδή παρείχαν υπηρεσίες σε Αμερικανούς στρατιώτες και συνέβαλλαν στην εισροή δολαρίων στην οικονομία.
Η διάσταση αυτή έγινε αντικείμενο δικαστικής αναγνώρισης δεκαετίες αργότερα.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, το Ανώτατο Δικαστήριο της Νότιας Κορέας δικαίωσε περισσότερες από 100 γυναίκες που είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, κρίνοντας ότι το κράτος είχε «δικαιολογήσει και ενθαρρύνει» την πορνεία στα camptowns προκειμένου να διατηρήσει τη στρατιωτική συμμαχία με τις ΗΠΑ και να εξασφαλίσει αμερικανικά δολάρια.
Το δικαστήριο αναγνώρισε επίσης τον «συστηματικό και βίαιο» τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αυτές κρατούνταν και υποβάλλονταν σε υποχρεωτικές θεραπείες για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
Έγγραφο της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης του 1961 εκτιμούσε ότι περίπου 10.000 «comfort women» βρίσκονταν στη Seoul, προκειμένου να εξυπηρετούν περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες.
Η οικονομική διάσταση ήταν σημαντική.
Το 1969, οι νοτιοκορεατικές εξαγωγές ανέρχονταν σε περίπου 835 εκατ. δολάρια, ενώ η χώρα φέρεται να εισέπραττε περίπου 160 εκατ. δολάρια από υπηρεσίες προς τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η βιομηχανία του σεξ.
Σεξουαλική βία και κοινωνικές αντιδράσεις
Η σχέση μεταξύ των αμερικανικών στρατευμάτων και των γυναικών στα camptowns δεν περιορίστηκε στην οικονομική εκμετάλλευση.
Αμερικανοί στρατιώτες κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για βίαια εγκλήματα κατά γυναικών που εργάζονταν στη βιομηχανία του σεξ.
Σύμφωνα με κατάλογο της νοτιοκορεατικής οργάνωσης Saewoomtuh, μεταξύ 1960 και 2004 Αμερικανοί στρατιώτες καταδικάστηκαν για τον φόνο 11 γυναικών που εργάζονταν ως εκδιδόμενες.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις ήταν εκείνη της Yun Geum-i, η οποία το 1992 βιάστηκε και δολοφονήθηκε βάναυσα από Αμερικανό στρατιώτη.
Η υπόθεση προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις και έντονη κοινωνική αντίδραση στη Νότια Κορέα, ιδιαίτερα στην περιοχή γύρω από το Camp Casey. Ήταν επίσης μία από τις πρώτες περιπτώσεις κατά τις οποίες Αμερικανός στρατιώτης παραδόθηκε στις νοτιοκορεατικές αρχές για έγκλημα εναντίον Κορεάτισσας.
Το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο το 2011, μετά από σειρά καταγγελιών για βιασμούς και άλλα βίαια εγκλήματα που αποδόθηκαν σε Αμερικανούς στρατιώτες.
Από την Okinawa έως τις Φιλιππίνες
Το μοντέλο των camptowns δεν περιορίστηκε στη Νότια Κορέα.
Στην Ιαπωνία, γύρω από αμερικανικές βάσεις όπως η Kadena Air Base και οι εγκαταστάσεις στην περιοχή του Futenma, αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο δίκτυο μπαρ και κλαμπ που απευθύνονταν στους Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Καθώς οι οικονομίες της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας ενισχύονταν, γυναίκες από τις Φιλιππίνες άρχισαν σε πολλές περιπτώσεις να αντικαθιστούν τις ντόπιες εργαζόμενες στη βιομηχανία του σεξ.
Στις Φιλιππίνες, πριν από την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων το 1992, η Olongapo City, δίπλα στη Subic Bay Naval Base, και η Angeles City, κοντά στην Clark Air Base, είχαν εξελιχθεί σε σημαντικά κέντρα της βιομηχανίας του σεξ.
Δεκάδες χιλιάδες γυναίκες εργάζονταν σε μπαρ και κλαμπ κατά μήκος δρόμων όπως η Magsaysay Drive και η Fields Avenue.
Ανάλογες οικονομίες αναπτύχθηκαν και γύρω από αμερικανικές βάσεις στην Ευρώπη, όπως στο Baumholder της Γερμανίας.
Η Pattaya ως σύγχρονο παράδειγμα
Η Pattaya αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σχέσης μεταξύ στρατιωτικής παρουσίας και τουρισμού.
Κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ, η πόλη μετατράπηκε σε βασικό προορισμό R&R για Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Η εισροή χιλιάδων στρατιωτών δημιούργησε τεράστια ζήτηση για ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ, νυχτερινή διασκέδαση και σεξουαλικές υπηρεσίες.
Με την πάροδο των δεκαετιών, το μοντέλο αυτό παγιώθηκε και αποτέλεσε μέρος της οικονομικής και τουριστικής ταυτότητας της πόλης.
Έτσι, η σημερινή εικόνα των Αμερικανών στρατιωτικών να περπατούν στις περιοχές νυχτερινής διασκέδασης της Pattaya δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Εντάσσεται σε ένα ιστορικό μοτίβο που έχει επαναληφθεί σε διαφορετικές χώρες και ηπείρους.
Ένα παγκόσμιο φαινόμενο με αμερικανική ιδιαιτερότητα
Η σύνδεση στρατιωτικών βάσεων με οικονομίες γύρω από το σεξ, το αλκοόλ και τη νυχτερινή διασκέδαση δεν αφορά αποκλειστικά τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Παρόμοια φαινόμενα έχουν εμφανιστεί γύρω από στρατιωτικές βάσεις και φρουρές πολλών χωρών.
Η ιδιαιτερότητα της αμερικανικής περίπτωσης βρίσκεται κυρίως στην κλίμακα και τη διάρκεια της παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για δεκαετίες, δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες έχουν αναπτύσσονται σε ξένες χώρες, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα και μακριά από τις οικογένειές τους.
Η Pattaya, επομένως, δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση.
Η παρουσία του USS Abraham Lincoln και σχεδόν 5.000 Αμερικανών στρατιωτικών απλώς επανέφερε στην επικαιρότητα έναν πολύ παλαιότερο μηχανισμό: την ανάπτυξη ολόκληρων τοπικών οικονομιών γύρω από τις ανάγκες, τις επιθυμίες και την αγοραστική δύναμη των στρατιωτικών βάσεων.
Η πενθήμερη στάση του αμερικανικού αεροπλανοφόρου μπορεί να έληξε στις 6 Σεπτεμβρίου, όταν το USS Abraham Lincoln αναχώρησε από την Ταϊλάνδη.
Η ιστορία, όμως, της σχέσης ανάμεσα στις στρατιωτικές βάσεις, την οικονομία της διασκέδασης και τη βιομηχανία του σεξ παραμένει πολύ μεγαλύτερη — και πολύ πιο σύνθετη — από μια απλή στάση ενός πολεμικού πλοίου στην Pattaya.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών